Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ΘΕΣΜΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ - ΔΙΚΤΥΑ

Οι θεσμοί της Κοινωνικής Οικονομίας, στο βαθμό που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα, δεν προέκυψαν, όπως επισημάναμε ήδη, ούτε από μια μεγάλη θεωρία, ούτε επιβλήθηκαν εξωτερικά από κάποια πολιτική εξουσία σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Γεννήθηκαν υπό την πίεση της ανάγκης για συνεργατισμό στην οικονομία από τα κάτω και από τη συνεταιριστική πρακτική, καθώς δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική επιλογή, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Έτσι, έχουμε μια διαρκή εξέλιξη οδηγούμενη από τις ανάγκες της κοινωνίας, οι οποίες εν μέρει ενσωματώνονται στο σύστημα μέσα από μια πραγματιστική διαδικασία, που προσφέρει λύσεις στην ανεργία, καλύπτοντας παράλληλα τα κενά που αφήνει το κράτος πρόνοιας. Εκ των πραγμάτων κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πολιτική εξουσία αναφορικά με την Κοινωνική Οικονομία δεν προπορεύεται αλλά ακολουθεί τις πρωτοβουλίες της κοινωνίας και τις θεσμοθετεί.
Πρόκειται περισσότερο για μια αυθόρμητη κοινωνική διαδικασία που αναπτύσσεται οριζόντια και λιγότερο μέσα από πολιτικές πρωτοβουλίες μεγάλης κλίμακας.
Γι’ αυτό και στην ανάλυση δεν εξετάζουμε την πολιτική βούληση μόνο των κυβερνήσεων, αλλά τη συνειδητοποίηση που αναπτύσσεται από τα κάτω στην κοινωνία και αναδεικνύει τάσεις και θεσμούς.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η συνείδηση στην ολότητα ενός προγράμματος Κοινωνικής Οικονομίας έρχεται εκ των υστέρων εμπειρικά, από τη συμμετοχή ακτιβιστών σε πλήθος από καλές πρακτικές απ’ όλο τον κόσμο.
Οργανωτικά, αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί μόνο η βιωματική εμπειρία δημιουργεί προϋποθέσεις εφαρμογών βιωσιμότητας στην Κοινωνική Οικονομία.
Ωστόσο, ο κοινωνικός ακτιβισμός των κοινωνικών κινημάτων, που κινεί σε μεγάλο βαθμό και τους ιμάντες της Κοινωνικής Οικονομίας, δεν συνιστά ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα. Δεν συνιστά ένα ενιαίο πολιτικό θεσμό, αλλά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προπομπός των εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στην οικονομία.
Οι όποιες κυβερνητικές πρωτοβουλίες λαμβάνονται μέχρι σήμερα είναι αποσπασματικές, ακόμη και από εκείνες τις διακρατικές οντότητες, όπως η Ε.Ε., οι οποίες αναγνωρίζουν μεν την υψηλή σημασία της Κοινωνικής Οικονομίας, διστάζουν δε να περιορίσουν την οικονομική εξουσία των κρατών, που δυσφορούν όταν πρόκειται να αυτοπεριοριστούν υπέρ των αξιώσεων της Κοινωνίας Πολιτών.
Ο λόγος προφανώς είναι, το γεγονός ότι οι θεσμοί της Κοινωνικής Οικονομίας αμφισβητούν με την πρακτική τους εφαρμογή την έλλειψη ορθολογισμού στη διαχείριση υλικών και ανθρώπινων πόρων από τα κράτη και τις χρηματαγορές. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι θεσμοί της Κοινωνικής Οικονομίας δεν βρίσκονται σε αντιπαράθεση με την πολιτική εξουσία, προβάλλοντας μια άλλη εξουσία όπως κάνουν τα κόμματα. Ωστόσο, παρατηρείται ότι φοβίζουν τον ανορθολογισμό του συστήματος και την ψευδοεπιστημονική του υπόσταση, την απόλυτη πίστη στις αγορές, τον εκχρηματισμό των πάντων στις ανθρώπινες σχέσεις, στα αγαθά και τις υπηρεσίες.
Ο φόβος αυτός εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως θα δούμε στη συνέχεια και πρώτα από όλα με τη δυσφήμιση των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών. Η κρατούσα πολιτική συντηρεί τις αυταπάτες της αυτορρύθμισης των αγορών, επικαλούμενη την ψευδοεπιστήμη της οικονομίας. Παράλληλα αποφεύγει να υιοθετήσει την «επιστήμη κατά της φτώχειας» με βάση την οργανωτική τεχνολογία της Κοινωνικής Οικονομίας, που κατά τεκμήριο εξασφαλίζει πόρους για το σύνολο της κοινωνίας.
Δεν σκοπεύουμε εδώ να υποβαθμίσουμε την τεράστια σημασία του εκχρηματισμού της οικονομίας στην εξέλιξη της ιστορίας, όπως συμβαίνει τα τελευταία τρείς χιλιάδες χρόνια. Ούτε να εκμηδενίσουμε την πρόοδο που οφείλεται σ’ αυτή τη διαδικασία σε μια από τις σημαντικότερες επινοήσεις του ανθρώπου όπως είναι το νόμισμα.
Θέλουμε να επισημάνουμε απλώς, όπως πολλοί άλλοι άλλωστε, την υπερβολή, την αλαζονεία, την ύβρη κατά της ανθρωπότητας που κρύβεται πίσω από το μετασχηματισμό της ανταλλακτικής αξίας, που είναι το χρήμα, σε προϊόν με απόλυτη αξία και εξουσία. Μια στρέβλωση αξιών που δημιουργεί αχαλίνωτη κερδοσκοπία και καταδικάζει στην απόλυτη φτώχεια μεγάλα τμήματα πληθυσμού, ενώ στις κρίσεις χάνονται οι κόποι μιας ζωής. Είναι γνωστό άλλωστε ότι το χρήμα από μόνο του «γεννά» χρήμα μέσα στις τράπεζες, μέσα από τις κεφαλαιαγορές, τα χρηματιστήρια και όπως συμβαίνει πολλές φορές, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας. Αυτή είναι η διαπίστωση και από την πρόσφατη οικονομική κρίση.
Το αντίδοτο λοιπόν στην απολυταρχία του χρήματος δεν είναι κάτι άλλο από τους θεσμούς της Κοινωνικής Οικονομίας, που αφενός μπορούν να αναχαιτίσουν την ανεργία και τη φτώχεια και αφετέρου να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα αγαθά της ζωής με λιγότερα χρήματα, ελαχιστοποιώντας το κόστος των συναλλαγών.
Πώς γίνεται όμως όλη αυτή η διαδικασία στην πράξη, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι δε γνωρίζουν πέρα από τους επιφανειακούς θεσμούς εξουσίας άλλους δρόμους;
Ακριβώς με τη συνειδητοποίηση των βαθύτερων θεσμών της κοινωνίας, που δεν αποτυπώνονται κατ’ ανάγκη σε νόμους, αλλά λειτουργούν όπως οι όροι «κοινωνικό κεφάλαιο», «εθελοντισμός», «κοινωνικά δίκτυα», «Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών», «κοινωνικός ακτιβισμός», «δια βίου μάθηση», «Συμμετοχική Δημοκρατία».
Αυτές οι έννοιες είναι τελικά που συντελούν στη θέσμιση της Κοινωνικής Οικονομίας.

__________________
Πηγές:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου